δεσμόν


δεσμόν
δεσμός
band
masc acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κεφαλόδεσμον — κεφαλόδεσμον, τὸ (Α) κεφαλόδεσμος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεφαλ(ο) * + δεσμον (< δεσμόν < δέω (II) «δένω»), πρβλ. ζυγό δεσμον, σκελό δεσμον] …   Dictionary of Greek

  • κρήδεσμον — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «κεφαλόδεσμον». [ΕΤΥΜΟΛ. < κρή δεσμον το α συνθετικό κρη ανάγεται πιθ. στη λ. κάρα «κεφάλι» (πρβλ. και κρήδεμνον) και το β συνθετικό δεσμον < δέω «δένω»] …   Dictionary of Greek

  • Poseidon — This article is about the Greek god. For other uses, see Poseidon (disambiguation). Poseidon …   Wikipedia

  • Mottos of Greek military units — Hellenic Army = * Hellenic Army: Ελεύθερον το Εύψυχον ( Freedom stems from valour ) **1st Army: Εστ αν την αυτήν οδόν ίη ( As long as [the Sun] follows the same path ) **I Army Corps: Μολών Λαβέ ( Come and claim it ) **II Army Corps: Ή Τάν Ή Επί… …   Wikipedia

  • вѧзаниѥ — ВѦЗАНИ|Ѥ (6*), ˫А с. 1. Действие по гл. вѩзати1: Вѩзань˫а телесна˫а. очима же избоденье провертѣнье ѹшима же колесна˫а озлоблень˫а. камени тѩжкаго налогъ. претерпѣ тимофѣе. Мин XIV (май, 2), 13 об. 2. Узы, оковы: ѡ тѣхъ. обрѩщетьсѩ кто. томление… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • CLAVIS — I. CLAVIS Graece κλεὶς, Ionice κληῒς, unde κλαῒς et κλαβίς, et hinc Romanum Clavis, modo claustrum, modo clavem notat. Aratus, κληϊίδι ςθύρην ἔντοςθ᾿ ἀραρις̔αν Δικλϊδα. Ubi κληῒς, claustrum est, τὸ ἀσφάλισμα τῆς ςθύρας, adeoque idem quod ὀκεὺς.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PEDICA — vinculum, quô pedes vinciuntur. Nonio, Graece Ποδοκάκκη, de qua voce Harpocration, Ποδοκάκκη, inquit, τὸ ζύλον, το εν δεσμωτηρίῳ οὕτως ἐκαλεῖτο, ἤτοι παρεμβεβλημένου τοῦ ἑτέρου κάππα ποδῶν τις κάκωσις οὖσα, ἤκατὰ συγκοπὴν, ὥς φησι Δίδυμος, οἷον… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VITIS Aurea — in Templo Hierosoly mitano secundo, celebris olim, e qua boti inusitatâ magnitudine dependebant, supra ipsum Templi ostium et quidem supra coronas aureas et argenteas, intra quas aureae catenae suspensae erant, fuit collocata. Docet autem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δεσμός — ο (AM δεσμός) 1. το μέσο (σκοινί, ταινία, λουρί) με το οποίο δένεται κάτι 2. σύνδεσμος, σχέση αμοιβαιότητας («έχουν ερωτικό δεσμό», «κατὰ φιλίας δεσμόν», «δεσμοὶ γὰρ οὗτοι πάσης πολιτείας») 3. ο κόμπος 4. φρ. «ο Γόρδιος δεσμός» κόμπος τόσο… …   Dictionary of Greek

  • επιχαλώ — ἐπιχαλῶ, άω (Α) 1. χαλαρώνω («τὸν δεσμὸν ἐπιχαλῶντες», Λουκιαν.) 2. παρεμβάλλω, παρενείρω, συνυφαίνω 3. υποχωρώ, ενδίδω («σὺ μὲν θρασύς τε καὶ πικραῑς δύαισιν οὐδὲν ἐπιχαλᾷς» εσύ είσαι σκληρός και δεν υποχωρείς καθόλου στις πικρές σου συμφορές,… …   Dictionary of Greek